Η Εξέλιξη της Εξέλιξης Ι

Πριν τη θεωρία της εξέλιξης η χρονομηχανή της εκκλησία συναντούσε τον άνθρωπο μόλις λίγες χιλιάδες χρόνια πριν. Εκεί τοποθετούσε χρονικά, την εμφάνιση του ανθρώπου, το  βιβλίο της Γένεσης, που για χρόνια αποτελούσε το απαράβατο τεκμήριο της απαρχής του κόσμου, αλλά και του ανθρώπου. Αυτό το πλάσμα, το τελειότερο, μιας και φτιάχτηκε κα εικόνα και ομοίωση του θεού. Μάλιστα ένας Ιρλανδός αρχιεπίσκοπος, ονόματι Τζέημς Ούσσερ, έπιασε χαρτί και μολύβι, κάθισε στο δρύινο παλιό γραφείο του, που οι σταγόνες από το μελάνι της πένας του γέμιζε τις αυλακώσεις που είχαν αποκαλυφθεί όταν ο λούστρος έφυγε από την πολλή χρήση. Έβαλε κάτω μία-μία όλες τις γενιές που αναφέρει η Γραφή, έκανε την πρόσθεση και έβγαλε πως ο κόσμος είχε δημιουργηθεί το έτος 4004 π.χ. Μετά έσπευσαν και πανεπιστημιακοί για να εντάξουν την επιστήμη στο πλευρό της χρονικής τοποθέτησης της δημιουργίας του πλανήτη, και συγκεκριμένα κάποιος Τζων Λάιτφουτ όπου βρήκε πως στις 23 Οκτωβρίου του 4004 π.χ. (δηλαδή σε δέκα μέρες θα κλείνει 6012 χρόνια) Εκείνη την ημέρα σηκώθηκε το πρωί ο θεός και αφού έκανε τα απαραίτητα, ξεφύλλισε το ημερολόγιό του και είδε πως την συγκεκριμένη μέρα είχε προγραμματίσει τη δημιουργία ενός κόσμου. Έτσι, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Καιμπριτζιανού αντιπρύτανη, στις 9 το πρωί ακριβώς του έτους 4004 π.χ. δημιουργήθηκε ο κόσμος

Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ διαφορετική καθώς ο κόσμος ξεκίνησε την πορεία του προς την εξέλιξη πριν από 15 δισεκατομμύρια χρόνια για να φτάσει στα 3,5 εκατομμύρια και να εμφανιστεί η  Λούση, ο Australopithecus afarensis, το πρώτο πλάσμα που θεωρείτε πρόγονος του Homo, καθώς τα χαρακτηριστικά του παραπέμπουν στον άνθρωπο και όχι στον ανθρωποειδή πίθηκο. Τον πρώτο άνθρωπο, ή έστω το πλάσμα που έμοιαζε στον άνθρωπο και περπατούσε όρθιο, δεν τον είδαν οι υπολογισμοί, ή η φαντασία, του συγγραφέα της Γένεσης, και των άλλων σχετικών πονημάτων, αλλά τα ζώα που σκάβανε με τις οπλές τους το ξερό και άγριο χώμα στις αφρικανικές σαβάνες.

Ωστόσο, πριν η εκκλησία κλείσει τα μάτια της ιστορίας, οι Έλληνες με καθαρό βλέμμα είχαν δει πολύ πιο πέρα και από τον Δαρβίνο όταν ο Αναξίμανδρος είχε πει πως πρόγονος του ανθρώπου ήταν κάποιο θαλασσινό ζώο και πως οι Γη και οι κάτοικοί της ήταν απόγονοι της Πρωταρχικής ύλης.

Και ο Εμπεδοκλής, επίσης, είχε πει πως εξέλιξη είναι η επιβίωση του καταλληλότερου μέσα από τυχαίους συνδυασμούς οργανικών μορφών.

Λέω ότι οι Έλληνες είδαν πιο πέρα από τον Δαρβίνο γιατί ο εδραιωτής της θεωρίας της εξέλιξης, δεν πίστευε καθόλου σε αυτήν, την εποχή που ξεκίνησε το έργο του σαν φυσιοδίφης. Τα αποτελέσματα των ερευνών του τον οδήγησαν στο μεγαλύτερο έργο της ζωής του μόνο αφού διάβασε τις απόψεις του Λαμάρκ για την εξέλιξη και συγκεκριμένα σε μία, επαναστατική για την εποχή παράθεσή του, παράθεση όπου υποστήριζε πως τα ζώα γίνονται όλο και πιο πολύπλοκα σαν οργανισμοί γιατί θέλουν να βελτιωθούν. Η θεωρία δηλαδή προϋπήρχε και μαζί της και οι αντιδράσεις τόσο της εκκλησίας, όσο και του κόσμου που δεν ήθελε να δεχτεί ότι πρόγονός του είναι ο πίθηκος.

Αντιδράσεις όμως υπήρχαν και από τους επιστήμονες της εποχής που, μπορεί να αναγνωρίζανε την αξία της θεωρίας, κατέθεταν όμως τις ενστάσεις τους με την εντονότερη από αυτές να είναι για την αδυναμία της εξέλιξης να εξηγήσει την προέλευση της ίδιας της ζωής, όποια μορφή κι αν είχε σε αυτή την πρώτη φάση. Τέτοια ακούγανε οι υποστηρικτές του ανώτερου Δημιουργού και τρίβανε τα χέρια τους. Ώσπου ήρθε η ανακάλυψη του Στάνλεϋ Μίλερ το 1953 για να δείξει πως με την έλλειψη οξυγόνου και τα συστατικά που υπήρχαν εκείνη τη στιγμή της δημιουργίας του κόσμου, οι υποτιθέμενες και πολύ πιθανές ηλεκτρικές εκκενώσεις μπορούσαν να παράγουν οργανικά μόρια.

Σήμερα αυτή η θεωρία είναι μία από τις πολλές. Που προστέθηκαν για να εξηγήσουν την αρχή της ζωής, χωρίς καμία να κατέχει τα σκήπτρα της πιο απόλυτης και ολοκληρωμένης.

Ωστόσο, αυτό που καταγράφηκε σαν το πιο σημαντικό από τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, πέρα από τα κατά καιρούς προβλήματα, είναι το πως ανακατεύθυνε το νου του ανθρώπου σε σχέση με την πορεία της ζωής, μιλώντας στην ουσία για την κοινή καταγωγή των ειδών. Βοήθησε να φωτιστούν πολλά σκοτεινά σημεία και να επαναπροσδιορίσουν τη θέση όλων των προγονικών οργανισμών.

 

 

 

Ο Γαλιλαίος και η Νέα Επιστήμη

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που είχε να ξεπεράσει ο Γαλιλαίος όταν έκανε τις ουράνιες παρατηρήσεις ήταν στο πως θα καταφέρει να πείσει τους Ρωμαίους αστρονόμους ότι αυτό που βλέπανε δεν ήταν οπτικές ψευδαισθήσεις που προκαλούσε το όργανο.
 Έπρεπε δηλαδή η εμπειρία να γίνει αισθητηριακή μέσω του οργάνου. Συγκρίνοντας το τότε με το τώρα, σήμερα πόσο εύκολα πιστεύουμε σε μία εικόνα, δεχόμαστε ως δεδομένα πράγματα που μόνο έχουμε δει ή μας έχουν πει γι’ αυτά. Τελικά αποδείχτηκε πως αυτό ήταν ένα πρόβλημα που με την ικανότητά του μπόρεσε να το ξεπεράσει. Εκεί όμως που απευθύνεται ο νους και η διάνοια μόνο ένα πράγμα μπορεί να της αποτρέψει την πορεία. Ο δογματισμός και τα συμφέροντα που κάποιοι νιώθουν να κλονίζονται.
 Γιατί, πείτε μου, όταν κάποιος ξέρει πως έχει δίκαιο, ξέρει πως όσες φορές κι αν αντιπαρατεθούν τα επιχειρήματα του με την αλήθεια δεν έχει να φοβηθεί τίποτα, τότε γιατί να τα επιβάλει με αυστηρούς
 νόμους και κανόνες.
 Η εκκλησιά πάντα είχε τέτοιου είδους ακραίες ανασφάλειες που, σε συνδυασμό με την ισχυρή της θέση στην κοινωνία αποτελούσε ένα συμπαγές φίλτρο που από μέσα του έπρεπε να περνάνε τα παντα που απευθύνονται στη σκέψη και την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου. Οι μεγαλύτερες μάχες στον κόσμο έχουν γίνει για τον έλεγχο του πνεύματος και όχι για την κατάκτηση εδαφών (όπως λένε και οι Πολεμιστές της Λάϊον).
Το αδιαπέραστο εμπόδιο λοιπόν που συνάντησε ο Γαλιλαίος ήταν η εκκλησία, όπου και του είχαν πει πως η μόνη αλήθεια που υπάρχει είναι αυτή που λένε οι Γραφές. «Συμφωνώ» απάντησε ο Γαλιλαίος, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να τους πείσει, χωρίς να γνωρίζει ότι επιτάχυνε την καταδίκη του «συμφωνώ με την αλήθεια της Γραφής, αλλά όταν γράφτηκε στοιχειοθετήθηκε με κάποιες λέξεις που και με κάποια κοινωνικά δεδομένα της εποχής που σήμερα έχασαν τη δυναμική, την αξία, αλλά και το νόημά τους. Καταλήγοντας έλεγε «Τα φυσικά φαινόμενα εκπορεύονται από το Θεό. Γι’ αυτό οι παρατηρήσεις ή άμεσα  υμπεράσματα από αυτά δεν θα πρέπει να αμφισβητούνται από το γεγονός ότι οι Γραφές φαίνονται να αντιφάσκουν μ’ αυτά, γιατί όλα τα λεγόμενα των ιερών κειμένων επιβάλλονται από τόσο αυστηρούς νόμους όπως όλα τα φυσικά φαινόμενα»
 Η επιστήμη είναι το νόθο παιδί της απόδειξης και του φόβου. Προσπαθεί να τεκμηριώσει τα πάντα αλλά χωρίς να ταρακουνήσει τα στεγανά της εκκλησίας τότε, της βιομηχανίας σήμερα
 
Πικραμένος ο Γαλιλαίος από τη στάση της εκκλησίας, αποτραβήχτηκε από το έργο του, αλλά βρήκε παρηγοριά στη συγγραφή ενός από τα σπουδαιότερα επιστημονικά έργα που γραφτήκαν ποτέ, το:
 «Πραγματείες και μαθηματικές αποδείξεις που αφορούν δύο Νέες Επιστήμες». Σε αυτό το βιβλίο καταπιάνεται με τα προβλήματα αντοχής υλικών, νόμους ομοιότητα, μοντέλα, το νόμο της αδράνειας, της ομαλά επιταχυνόμενης κίνησης, την παραβολική κίνηση βλημάτων, αλλά το σπουδαιότερο του επίτευγμα που βαίνει από αυτό το έργο ήταν, η σαφή κατανόηση της επιτάχυνσης και των νόμων της δυναμικής για  αθερή δύναμη.
 
Μετά την ολοκλήρωση του έργου αυτού τυφλώθηκε. Αν και συνδέθηκε με τις αστρονομικές παρατηρήσεις η επιστημονική κοινότητα τον αναγνωρίζει σαν έναν από τον μεγαλύτερο Φυσικό. Η ταχύτητα του φωτός, η λειτουργία και η επίδραση του χρόνου , προβλήματα που απασχόλησαν πολύ μεταγενέστερους του, αλλά ακόμη και σημερινούς επιστήμονες,  έχουν την αρχή τους στο ανήσυχο πνεύμα του.
 Ήταν ο πρώτος που διαχώρισε τη φιλοσοφία από την επιστήμη καθορίζοντας μια πορεία σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από αυτή του σύγχρονού του Καρτέσιου ο οποίος για να αποδείξει τις ανακαλύψεις του χρησιμοποιούσε τη μεταφυσική.
 Αν και χρησιμοποίησε, αντέγραψε μπορώ να πω, τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, για να καθιερώσει τη Νέα Επιστήμη επέμενε στην ανεπάρκεια και τα λανθασμένα αποτελέσματα των λεγομένων τους, υπογραμμίζοντας την πλήρη αντίθεσή του με τον Αριστοτέλη.
 Ο Αϊνστάιν χρόνια μετά θα πει για τον Γαλιλαίο: «… Συχνά έχει υποστηριχτεί η άποψη ότι ο Γαλιλαίος είναι ο θεμελιωτής της σύγχρονης επιστήμης επειδή αντικατέστησε την υποθετική, επαγωγική μέθοδο με την εμπειρική, πειραματική μέθοδο. Πιστεύω, ωστόσο, ότι η ερμηνεία αυτή δεν αντέχει να υποβληθεί σε αυστηρή εξέταση. Δεν υπάρχει εμπειρική μέθοδος χωρίς υποθετικές γενικές ιδέες και συστήματα και δεν υπάρχει υποθετική σκέψη που οι ιδέες της να μην αποκαλύπτουν, με λεπτομερή έρευνα, το εμπειρικό υλικό από το οποίο πηγάζουν. Το να θέσουμε σε αυστηρή αντιπαράθεση την εμπειρική με την επαγωγική μέθοδο είναι παραπλανητικό, κάτι που ήταν τελείως ξένο στο Γαλιλαίο».
Αναρτήθηκε στις Φυσική. Ετικέτες: , . Leave a Comment »

Φυσικαλισμός

«δεν μπορεί να κατανοηθεί (η φύση) εκτός αν κάποιος μάθει πρώτα να καταλαβαίνει τη γλώσσα και να διαβάζει τα γράμματα από τα οποία έχει συντεθεί. Έχει γραφεί στη γλώσσα των μαθηματικών, και οι χαρακτήρες του είναι τρίγωνα, κύκλοι και άλλα γεωμετρικά σχήματα, χωρίς τα οποία είναι ανθρωπίνως αδύνατο να κατανοήσουμε έστω και μία λέξη του. Χωρίς αυτά, περιπλανόμαστε σε έναν σκοτεινό λαβύρινθο»
Γαλιλαίος. Θα μπορούσα βέβαια να παραθέσω ένα κομμάτι του Πυθαγόρα καθώς είπε το ίδιο πράγμα αιώνες πριν , αλλά αυτό βρήκα και άλλωστε είναι πιο κοντά στην εποχή του φυσικαλισμού. Της θεωρίας που υποστηρίζει πως μπορούμε να νιώθουμε τα πάντα ότι μας μεταφέρουν οι αισθήσεις μας χωρίς να γευτούμε, να δούμε, να πιάσουμε, να ακούσουμε, να μυρίσουμε, έχοντας και μόνο την πλήρη περιγραφή τους.
Ο φυσικαλισμός εμφανίστηκε τον 19ο αιώνα σαν συνέπεια  της  μηχανιστικής αντίληψης του Καρτέσιου και συνέβαλε στο να απαλλαχτούν τα τρομοκρατημένα μυαλά των θεοφοβούμενων μιας  εποχής που μόλις έβγαινε από τον μεσαίωνα. Εισήγαγε μία άλλη αιτιότητα πέρα από τον ανιμισμό της εποχής, δηλώνοντας αντίθετοι με καθετί που προέρχεται από τη μεταφυσική, ή την υπερφυσική.
Ο φυσικαλισμός κρατούσε τα σκήπτρα της γλώσσας της φυσικής καθώς έλεγε πως τα πάντα στη φύση μπορούν να εξηγηθούν μέσα από τη γνώση της. Πόσο εφικτό είναι όμως κάτι τέτοιο όταν οι διαρκώς νέες ανακαλύψεις στον τομέα της φυσικής ανακατατάσσουν τα μέχρι τότε δεδομένα. Και πέρα από αυτό, θα μπορούμε όλοι οι άνθρωποι να γνωρίζουμε όλους τους νόμους, ή θα υπάρχουν δύο αλήθειες: η εμπειρική και η αναλυτική. Ή μήπως θα είναι πληροφορίες που θα μας τις μεταβιβάζουν απευθείας στο νευρικό σύστημα, όπως στο Matrix.
Ίσως μετά το τέλος του πειράματος του αιώνα να βγάλουν κάποια νομοτελειακά συμπεράσματα που θα κάνουν πιθανή την εξήγηση των πάντων μέσα από τα μαθηματικά και τη γνώση του βιβλίου της φύσης. Πόσο όμως κάτι τέτοιο θα είναι αρκετό για να αντικαταστήσει τα πάντα σε εμπειρικό επίπεδο. Μήπως η επιστήμη στρέφεται πάλι σε μια νέα και ολοκληρωτική εσωστρέφεια που θα επιβάλει νόμους και αποτελέσματα σε έναν χορό έξω από τις πραγματικές αιτίες και αιτιότητες

Βιταλισμός

Δεν πέρασε καιρός όπου, μετά από σχετικές δημοσιεύσεις στον τύπο (όπως άλλωστε συμβαίνει πάντα)π ου στην καθημερινότητά μας μπήκε η φράση: «τελικά ο έρωτας είναι χημεία;».
Την επιστημονική κοινότητα αυτό το ερώτημα την παίδευε για αιώνες με τους μεγαλύτερου αντιπάλους να βρίσκονται σε δύο στρατόπεδα, αυτό των μηχανικιστών του Καρτέσιου και των βιταλιστών.
Ο βιταλισμός (Vis Vitalis) ήταν μία θεωρία που κληροδότησαν ο Πυθαγόρας και ο Αριστοτέλης με τον δεύτερο να έχει εμβαθύνει περισσότερο και να το ονομάζει εντελέχεια.
Η σύγχρονη μορφή της εντελέχειας, ο βιταλισμός προσαρμόστηκε στην επιστήμη της εποχής που καθιερώθηκε, τον 17ο αιώνα, δεν μπόρεσε όμως ποτέ να απαλλαχτεί από τη μεταφυσική την οποία την είχε χρησιμοποιήσει ο Αριστοτέλης για να την εξηγήσει.
Η ζωτική ενέργεια που στην ουσία είναι ο βιταλισμός στηριζόταν σε μια επιχειρηματολογία των υποστηρικτών του που βρισκόταν έξω από τη σφαίρα εξήγησης και τεκμηρίωσης των φυσικών και αντιτίθονταν σθεναρά στο μοντέλο της εξέλιξης και φυσικής επιλογής που είχε πρότεινε ο Δαρβίνος, καθώς και η εξέλιξη ακολουθούσε έναν μηχανισμό, μία συγκεκριμένη σειρά γεγονότων που αντιβαίνουν στο κανόνα της εύρεσης τελικού σκοπού, ή τελεολογίας, που υποστήριζαν οι βιταλιστές.
Ο δαρβινισμός δεν ήταν το μόνο μηχανιστικό μοντέλο, καθώς το ίδιο υποστήριζαν και οι φυσικαλιστές, η άλλη μεγάλη θεωρία της εποχής για την εξήγηση της ζωής.
Γενικά ο βιταλισμός ήταν ένα εργαλείο με το οποίο οι βιολόγοι της εποχής απαντούσαν σε πολλά ερωτήματα χωρίς να χρειαστεί να καταφύγουν στο χονδροειδή μηχανικισμό. Αλλά όλα αυτά μέσα από την έλλειψη μεταγενέστερων επιστημονικών κλάδων, όπως η γενετική, που μπόρεσε με έναν ποιο άρτιο και ολοκληρωμένο τρόπο να εξηγήσει πράγματα που βρισκόταν στη σφαίρα εξήγησης του βιταλισμού.
Το ψυχρό πρόσωπο της Νέας Επιστήμης δεν άφηνε περιθώρια για ασάφειες, ακόμα κι αν υπήρχαν ισχυρές ενδείξεις, πάνω στις οποίες βασίστηκε και ο Βίλχελμ Ράϊχ για τη δική του οργόνη και να αποτελέσει το πιο ένσαρκο παράδειγμα της πτώσης και της μεγάλης απαξίωσης που γνώρισε η ιδέα της ζωτικής ενέργειας, μέσα στον 20ο αιώνα, που διέπει το σύμπαν και περνάει μέσα στους έμβιους οργανισμούς.
Η λέξη βιταλισμός δεν είχε πλέον καμία σημασία για τους φυσικούς, σε αντίθεση με τους φιλοσόφους που εξακολουθεί να υφίσταται με αξιώσεις στην εξήγηση της ζωής και το νόημά της. Ίσως μια νέα ανακάλυψη αύριο σε κάποιο εργαστήριο να διαγνώσει κάποια συμπεριφορά στον οργανισμό που καταστεί τις σύγχρονες θεωρίες ανεπαρκείς να την εξηγήσουν και να επανέλθουν οι σκέψεις των φιλοσόφων ως ένα πιθανό ενδεχόμενο.
Κανείς δεν ξέρει, ή μήπως τα αποτελέσματα από το πείραμα του αιώνα να αποκλείσει κάθε πιθανότητα ανατροπής όσων ισχύουν σήμερα;